Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2019

ΑΓΓΕΛΤΗΡΙΟ

Διαβάζω τη σελίδα 
με τα αγγελτήρια αναχωρήσεων. 
Σαν εισιτήρια με επιμέλεια φυλαγμένα 
στην κρύπτη του μάταιου. 
Κάποτε αγαπήθηκα. 
Ταξίδεψα χειμώνες σε πέλαγα αφρισμένα 
όταν το απαγορευτικό της καρδιάς 
ευνούχιζε τις επιθυμίες μου. 
Και δεν λύγισα. Μόνο μάτωσα. 
Από τις ριπές των δακρύων σου, 
όταν δεν άντεχες την υπέρβαση. 
Φυσούσε ενοχές και χτυπούσαν 
τα μισάνοιχτα παραθυρόφυλλα. 
Πίσω τους η κάμαρη μύριζε παγωνιά 
και δυο χνώτα γίνονταν ένα. 
Έπειτα το σπίτι σφραγίστηκε κι αργότερα πουλήθηκε. 
Οι ξένοι που ήρθαν, δεν κατάλαβαν ποτέ 
τα χαραγμένα λόγια στους τοίχους. 
Μόνο όταν τους κάλυπταν με πηχτή μπογιά, 
τους φάνηκε πως άκουσαν σαν κάποιος να κλαίει.

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

ΑΠΟΚΑΪΔΙΑ

Νοσούν απόψε οι λέξεις. 
Φτηνές απομιμήσεις του κάποτε.
Του ίσως. Του μαζί. 
Φτηνές απομιμήσεις των χεριών 
που σταύρωνες γονατιστός 
πάνω στο φθαρμένο μου τζιν, 
καθώς ο απόηχος της ικεσίας σου, 
τρυπούσε τ' αυτιά μου. 
Αρματώθηκα με άσφαιρα φιλιά, 
για σένα που υπήρξες 
ο Παρατατικός της ζωής μου. 
Και άρπαξες την αμνηστία 
πυρπολώντας βίαια τις στιγμές 
που διάβαζα στα μάτια σου, 
τα τελευταία αποκαΐδια της ψυχής σου.

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2018

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ


Φθινοπωριάζουν οι άνθρωποι
ξεσπούν πρωτοβρόχια στις ψυχές
αλλάζουν ρότα οι άνεμοι.
Απλώνεις το λευκό σου μπλουζάκι
στην άκρη του σύννεφου
και βάζεις το time in a bottle
σε 45άρι δισκάκι στο πικ απ.
Άκου πώς γελάνε τα παιδιά στον δρόμο
οι μανάδες τους ακόμα τα βυζαίνουν ελπίδα
στους μακρινούς καταυλισμούς
σπέρνουν τα όνειρα που θα θεριέψει
η άνοιξη.

Αν μου ορκιστείς πως δεν θα πάψεις ποτέ
να είσαι επαναστάτης
δεν θα πάρω τ' αποδημητικό βλέμμα μου
από πάνω σου.

Τρίτη, 7 Αυγούστου 2018

Η ΟΔΥΝΗ ΤΟΥ ΑΝΕΚΠΛΗΡΩΤΟΥ

Μέσα μου ξεσπάει αντάρα.
Θυμώνουν οι άνεμοι που δεν τους άφησα να σε γνωρίσουν.
Με οδηγό κουφάρια αστερισμών, πλοηγώ σε πέλαγος αχαρτογράφητο
-μη μ’ αφήνεις στην οδύνη του ανεκπλήρωτου.

Σε ονειρεύομαι να γέρνεις πάνω μου με μάτια ανοιχτά,
σαν κελιά ηδονής, που για μια νύχτα πήραν άφεση.
Είπα, δική μου αυτή η στιγμή και με ονομάτισες αγάπη,
στον φάκελο που έκλεισες υφαίνοντας λόγια κι αφές
και σφράγισες στάζοντας τη φλόγα απ' τα αναφιλητά σου.

Αμάρτησα. Όταν το σώμα σου έγινε αψίδα για να χτίσω
τον τρούλο της υποταγής μου.
Αμάρτησα. Όταν σε συλλογίστηκα κατά μόνας,
ενώ έξω λυσσομανούσε η άβυσσος σκοτεινή κι αγέρωχη.
Και έπλυνα τα χέρια μου στο καθαρτήριο των φιλιών σου.

Εγώ που προσπέρασα τους κατακλυσμούς
για να γίνω η αιώνια παρουσία σου,
η ηχώ του κύματος,
η ωραία άνοιξη που εναποθέτει
τους τρυφερούς κάλυκες των λουλουδιών στα μαλλιά σου.
Εγώ ιχνηλάτης σε σώμα ανεξερεύνητο,
εγώ τυμβωρύχος σε σώμα λεηλατημένο.


Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2018

ΧΕΡΙΑ

Γιατί στο αντίο, 
μέσα στο ελάχιστο 
του χρόνου, 
δεν αγγίζονται 
παρά μόνο 
με τις άκρες 
των δαχτύλων 
τα χέρια.

ΟΜΟΟΥΣΙΑ ΕΣΥ

Κι η μουσική, αχ αυτή η μουσική που ποτέ δεν θ' ακούσεις. Τα λόγια που δεν θα διαβάσεις. Όλα μακρινά. Όλα ξεθωριασμένα. Κι ήταν σαν να το μάντευα, εκείνο το φθινοπωρινό μεσημέρι που φεύγοντας σταμάτησες για μια στιγμή, γύρισες, με κοίταξες μέσα από το κράνος σου και συναντήθηκε για τελευταία φορά το βλέμμα μας. Τότε, που ένα σφίξιμο στην καρδιά, προμήνυε το τέλος. Κι η μουσική, αχ αυτή η μουσική που ποτέ δεν θ' ακούσεις. Και τα ποιήματα, αχ τα ποιήματα που δεν θα σου διαβάσω.