Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ '87


• Μια σταγόνα αίμα πάνω στο χαρτί με τους στίχους της Piaf, το σκισμένο από τη λαμαρίνα τζιν, το αγαπημένο μπλουζάκι που κόπηκε στη μέση με ψαλίδι, το σώμα στο ασθενοφόρο, πιο ψηλά εσύ, σε ξυπνούν τα ράμματα, ποιος φρέναρε, ποιος επιτάχυνε κι έφυγε, ποτέ δεν σου άρεσε η εγκατάλειψη, μπρούμυτα στο ράντσο του Κρατικού Νίκαιας, στο δίπλα δωμάτιο παπάς ψέλνοντας μεταλαβαίνει ετοιμοθάνατο, πονάς σε όλο το σώμα, περνούν επισκέπτες δίπλα σου και κουνούν με συμπάθεια το κεφάλι, τροχαίο; ρωτούν, ναι απαντούν οι δικοί σου, λίγα χιλιοστά και θα τέλειωναν όλα, δήλωσε κοφτά ο γιατρός, "από θαύμα", δεν θυμάσαι τίποτα, ήρθε η μαμά, ο αδερφός, η Ελένη, η Βάσω, ήρθε η Μαρία που έμενε κοντά, ήρθε η οικογένειά της, η Μαρία που αυτοκτόνησε πριν τέσσερα χρόνια, πονάς παντού, ζαλίζεσαι, δεν θυμάσαι, μα φοβάσαι, θέλετε να κάνετε μήνυση; ρωτάει ο αστυνόμος, γνέφεις όχι, ποιος να βρεθεί στο σκοτάδι της Ιεράς Οδού, το αφήνω στον Θεό, σκέφτεσαι, διψάς, πονάς, πονάς, 11 Δεκέμβρη 1987, τριάντα χρόνια πριν, κοντά στα μεσάνυχτα που άλλαζε η μέρα, που ξημέρωνε του Αγίου Σπυρίδωνα, που κολλάς τα δυο δάχτυλα στη φλεβίτσα στη βάση του λαιμού σου και τη νιώθεις να χτυπά.



Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

ΑΓΟΝΗ ΓΡΑΜΜΗ

Ήσουν χαραγμένη 
η άγονη γραμμή της ψυχής μου.
Είμαι το μοβ, 
βαθιά στ' ανταριασμένο βλέμμα σου.
Ένα "πολύ" στη μέσα σου καταιγίδα.






Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

ΑΝΑΜΟΝΗ

Πες μου, λοιπόν, 
πώς εξαργυρώνεται 
τόση αναμονή 
μπροστά στο ταμείο 
αισθημάτων;




© Ελένη Μαυρογονάτου ~ πέμπτη ποιητική συλλογή

Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

ΠΕΡΟΝΗ

Απασφαλίζεις αγγίγματα 
και τα χείλη σου με θρυμματίζουν 
μέσ' από ριπές φιλιών. 
Πουθενά αλεξίσφαιρο συναίσθημα.




© Ελένη Μαυρογονάτου ~ πέμπτη ποιητική συλλογή

Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

ΟΜΟΟΥΣΙΑ ΕΣΥ

Θεριό οι λέξεις. Διψούν τα φωνήεντα,
αγρίμια τα σύμφωνα, πεινασμένα
σκαρφαλώνουν στα χέρια σου.
Θυμώνουν οι άνεμοι που δεν τους άφησα
να σε γνωρίσουν.
Ξεσπάει αντάρα μέσα μου.
Πλοηγώ σε πέλαγος αχαρτογράφητο.
Νεαροί φάροι καθισμένοι σε βράχο,
ανάβουν τσιγάρο.
Στην κάθε ρουφηξιά φεγγίζει η χίμαιρα.
Με οδηγούν κουφάρια αστερισμών,
ξεγελιούνται οι ευχές, τα δάκρυα,
μη μ’ αφήνεις στην οδύνη του ανεκπλήρωτου.
Σε ονειρεύομαι πάντα να γέρνεις πάνω μου
με μάτια ανοιχτά, σαν κελιά ηδονής,
που μόνο για μια νύχτα πήραν άφεση.
Είπα, δική μου αυτή η στιγμή
και με ονομάτισες αγάπη,
στον φάκελο που έκλεισες
υφαίνοντας λόγια κι αφές
και σφράγισες στάζοντας αναφιλητά.
Αμάρτησα. Όταν το σώμα σου έγινε αψίδα
για να χτίσω τον τρούλο της υποταγής μου.
Αμάρτησα. Όταν σε συλλογίστηκα κατά μόνας,
ενώ έξω λυσσομανούσε η άβυσσος
σκοτεινή κι αγέρωχη.
Κι έπλυνα τα χέρια μου
στο καθαρτήριο των φιλιών σου,
εγώ που προσπέρασα τους κατακλυσμούς
για να γίνω η αιώνια παρουσία σου,
η ηχώ του κύματος,
η ωραία άνοιξη που εναποθέτει
τους τρυφερούς κάλυκες των λουλουδιών
στα μαλλιά σου.
Εγώ τυμβωρύχος σε σώμα ανεξερεύνητο,
ιχνηλάτης σε γη λεηλατημένη,
εγώ αυτούσια, εγώ ομοούσια εσύ.

© Ελένη Μαυρογονάτου



• Στο γέννημα της πέμπτης ποιητικής συλλογής.

Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

ΘΡΑΝΙΟ

Θυμάσαι; Τούτος ο Σεπτέμβρης θα είναι όπως το καλοκαίρι μας, είχαμε πει. Και φτιάχναμε λόγια μεγάλα, λέξεις σημαδεμένες μ' ένα φεγγάρι που μόλις μεγάλωνε, την ώρα που η άμμος στα πόδια μας, λίγο μετά το δειλινό, άρχιζε να δροσίζει. Θυμάσαι; Σου έδειχνα τη μεγάλη Άρκτο κι άλλους μακρινούς σχηματισμούς αστεριών, που τους βάφτιζα με τη φαντασία μου, για να φανώ στα μάτια σου σπουδαία. Θυμάσαι; Μύριζαν ρίγανη και θυμάρι οι βόλτες μας. Κι όταν γελούσες, σε φωτογράφιζα. Εκεί στην άκρη του φάρου. Σε φωτογράφιζα, γιατί ήξερα πως αυτό θα είναι ό,τι απομείνει από σένα. Σαν έρθει ο καιρός ν'αλλάξουμε για πάντα θρανία στη ζωή μας.